Δεκαπέντε χρόνια μετά το Daggerfall, εννέα μετά το Morrowind, πέντε μετά το Oblivion, η σειρά Elder Scrolls επιστρέφει με ένα παιχνίδι που σίγουρα θα μείνει καρφωμένο στους σκληρούς δίσκους μας για αρκετούς μήνες, (χρόνια ίσως), παρά τα παραπτώματά του. Η κλασική συνταγή, ευτυχώς μένει πιστή στο πνεύμα του επικού RPG και του ανοιχτού κόσμου με το έντονο random στοιχείο. Και γράφω «ευτυχώς», γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε πολλούς πρόσφατους τίτλους που έχουν αλλάξει ριζικά και έχουν ξεφύγει από το πνεύμα των προκατόχων τους σε εγκληματικό βαθμό (δεν έχω ξεπεράσει ακόμη το σοκ του Dungeon Siege).

To Skyrim ξεκινάει με εσάς αιχμάλωτο σε μία άμαξα. Μαζί σας είναι και άλλοι φυλακισμένοι, κρατούμενοι ενός αποσπάσματος της αυτοκρατορίας που οδεύουν προς την εκτέλεσή τους. Την τελευταία στιγμή, όμως, κάτι θα συμβεί και θα αποδράσετε. Το ένα φέρνει το άλλο και βρίσκεστε μπροστά σε ένα κουβάρι που ξετυλίγεται με αρχαίες προφητείες, δράκους να ξυπνούν, τάγματα πολεμιστών και μοναχών, τους ντόπιους να επαναστατούν και ένα σωρό ακόμη που δεν έχει νόημα να αναφέρουμε, για να μη φανερώσουμε μυστικά και σεναριακές ανατροπές (ούτε θέλω να κάνω copy–paste δύο σελίδες με την προϊστορία της περιοχής και τι έγινε τα τελευταία 200 χρόνια στο βασίλειο). Το θέμα είναι ότι, όπως πάντα, ξεκινάτε με έναν ανώνυμο άγνωστο και μέσα από δεκάδες ώρες μάχης και εξερεύνησης σε έναν τεράστιο κόσμο αλά Elder Scrolls, γίνεστε ο θρυλικός ήρωας.