Η Δουλειά Κάνει Τους Αντρες

[Δεν θα πρέπει να περιμένετε έλεος στο Darkfall. Ο θάνατος μπορεί να έρθει ανά πάσα στιγμή, οπότε ο καλύτερος σύντροφός σας είναι η καχυποψία. Trust no one! Το παιχνίδι έχει full loot PvP, που σημαίνει ότι, αν πεθάνετε, μπορεί να σας πάρουν όλα τα υπάρχοντά σας: Οπλα, χρήματα, πανοπλίες, τα πάντα! Διαβάστε το πλαίσιο “Darkfall Survival Guide” για περισσότερες λεπτομέρειες.]
Ο Mursal ξύπνησε ακριβώς δίπλα στην Bindstone του Sandbrook. Το σώμα του ήταν γεμάτο πληγές από τις μάχες που προηγήθηκαν, ενώ όλα τα υπάρχοντά του είχαν κάνει φτερά, με μόνο το αρχικό σπαθί του να βρίσκεται ακόμη στην κατοχή του. Τουλάχιστον, είχε προλάβει να σκοτώσει αρκετά goblins ώστε να ολοκληρώσει το quest και να λάβει την ανάλογη αμοιβή. Τα επόμενα quests έφεραν τον Mursal στη δούλεψη των καταστηματαρχών του χωριού, ο καθένας από τους οποίους ζητούσε πρώτες ύλες. Ετσι, είχε την ευκαιρία να θυμηθεί τα νιάτα του, καθώς έπιασε ξανά την αξίνα, το δρεπάνι και το καλάμι του ψαρέματος. Τα έκανε όλα με μεγάλη προθυμία, κυρίως για να πάρει τις αμοιβές και να ξαναχτίσει την περιουσία του, όμως, κάποια στιγμή δεν άντεχε άλλο: Αντί να κάνει γενναία ανδραγαθήματα που θα τον έκαναν γνωστό σε όλες τις άκρες του κόσμου του Agon, είχε γίνει το παιδί για τα θελήματα! “Ως εδώ και μη παρέκει”, σκέφτηκε και πήρε τη μεγάλη απόφαση. Θα άφηνε για πάντα το Sandbrook, για να εξερευνήσει τον κόσμο!
Τα πράγματα που είδε θα του μείνουν βαθιά χαραγμένα στη μνήμη του. Μεγάλοι, εγκαταλελειμμένοι οικισμοί που έστεκαν ακόμη όρθιοι, σαν αιώνια μνημεία χαμένων πολιτισμών. Είδε διάφορα παράξενα πλάσματα, πολέμησε με κάποια από αυτά, μάζεψε loot και εμπειρίες που θα τον βοηθούσαν στη συνέχεια. Κάποια στιγμή, λίγο έξω από την πόλη του Monkfield, ο Mursal ένιωσε ένα βέλος να καρφώνεται με δύναμη στον ώμο του! Σφαδάζοντας από τον πόνο, έριξε μερικές γρήγορες ματιές για να εντοπίσει τον επιτιθέμενο. Λίγα μέτρα προς τα αριστερά του, έστεκε ένας σιδερόφρακτος ιππότης, με κατακόκκινα μάτια και άγριες διαθέσεις.
Πολέμησε γενναία, αλλά ήταν εξαρχής φανερό ότι ο αντίπαλος ήταν ισχυρότερος και καλύτερα εξοπλισμένος. Επειτα από λίγο, ο Mursal έπεφτε για άλλη μία φορά νικημένος στο έδαφος. Ξυπνώντας έξω από την πόλη του Monkfield, και πάλι χωρίς τα υπάρχοντα που είχε μαζέψει με τόσο κόπο, δεν άντεξε. Κάθισε κάτω και έκλαψε για τα χαμένα όνειρά του, για τον ανελέητο κόσμο στον οποίο ζούσε, για την πικρή γεύση της αποτυχίας. Και τότε, κάτι άλλαξε μέσα του. Αφού έβγαλε από μέσα του όλο τον πόνο και τη δυστυχία του, έμεινε με μία βαθιά αίσθηση γαλήνης. Δεν θα τα παρατούσε, δεν θα άφηνε τον κόσμο να τον λυγίσει! Σηκώθηκε από το έδαφος, καθάρισε τις πληγές του και χόρεψε ένα βαρύ ζεϊμπέκικο, με φόντο τον ήλιο που μόλις είχε αρχίσει να δύει. Ο χαλβάς Mursal, ο αδύναμος και κλαψιάρης νέος, είχε πεθάνει οριστικά. Στη θέση του είχε γεννηθεί ο πολεμιστής, ο οπορτουνιστής, ο ανελέητος. Ο κόσμος θα γινόταν δικός του!