
Για να είμαστε ειλικρινείς, πάντως, υπάρχει κι ένας ακόμα λόγος που πολλοί (ιδιαίτερα μεγαλύτερης ηλικίας) δείχνουν μία προτίμηση στα απλοϊκά retro παιχνίδια κι αυτός δεν είναι άλλος από την ίδια την απλότητά τους. Οπως και να το κάνουμε, η υπομονή κι ο ελεύθερος χρόνος πολλών πρώην gamers μεταβάλλονται συνεχώς, με αντιστρόφως ανάλογους ρυθμούς με την ηλικία τους, για να μπορούν να αντεπεξέλθουν σε μεθόδους χειρισμού που απαιτούν δεξιότητες χταποδιού που παίζει πιάνο ή/και την κατανόηση interfaces, το manual των οποίων είναι μεγαλύτερο και πιο δυσνόητο κι από τα βιβλία που είχα στο Πανεπιστήμιο. Και στο κάτω-κάτω, αυτή η απλοϊκότητά τους και το γεγονός ότι τα περισσότερα τα είχε κατασκευάσει ο τάδε φοιτητής μέσα σε μία εβδομάδα στον ελεύθερο χρόνο που είχε τα βράδια πριν πέσει για ύπνο, έκρυβε κάποιον ρομαντισμό μέσα του. Σήμερα, απαιτούνται μήνες, χρόνια ή ακόμα και… αιωνιότητες (ναι, κύριε Δούκα μας, σε εσάς αναφέρομαι και μη με λοξοκοιτάτε με αυτό το γεμάτο απορία και συνάμα υπεροψία βλέμμα σας πίσω από τα αδιαφανή cool γυαλιά ηλίου σας!) και μόνο έπειτα από εξοντωτικές προσπάθειες ενός επιτελείου ειδικών και επαγγελματιών, που στις περισσότερες των περιπτώσεων συναγωνίζεται σε αριθμό τους τελικούς αγοραστές του παιχνιδιού! Αλλωστε, οι περισσότεροι από τους παλαιότερους, από κάτι τέτοιες καταστάσεις ψάχνουν τρόπους να βγάλουν τον αντικομφορμιστικό έφηβο που έκρυβαν όλα αυτά τα χρόνια πίσω από τα κοστούμια των διοικητικών θέσεων πολυεθνικών εταιρειών…
Αυτή λοιπόν ήταν η αυτοψυχανάλυση ενός retro gamer, μετά από μια γενναία κρίση αυτογνωσίας. Πέρα από το χιουμοριστικό της υπόθεσης, εννοείται πως απώτερος σκοπός όλων των παραπάνω είναι να αποτελέσουν “φουντ φορ θωτ”, που λένε και στο χωριό μου, για την ανάπτυξη σχετικών συζητήσεων μαζί σας, τόσο μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας (αφού ελπίζω μέχρι τότε να έχει λυθεί το τεχνικό πρόβλημα που με έχει αφήσει τον τελευταίο μήνα άνευ πρόσβασης στο Διαδίκτυο και γι' αυτό πιθανότατα να μην έχετε λάβει απαντήσεις σε τυχόν e-mails που μου στείλατε) όσο και μέσω του forum του περιοδικού στο subforum, που έχει επωμιστεί το βάρος της γενικότερης retro θεματολογίας.
Nostalgia
CABAL
ΕΙΔΟΣ: Shoot ’em up
ΠΑΙΚΤΕΣ: 1-2
ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ: Arcade
ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗΣ: TAD Corporation
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1988
Οσοι παρακολουθήσατε το προηγούμενο… επεισόδιο του “Nostalgia”, θα θυμόσαστε ίσως πως δεδομένης της πρόσφατης μετάθεσής μου στη Βάση Ελικοπτέρων Ναυτικού, επέλεξα την παρουσίαση ενός παιχνιδιού στο οποίο πρωταγωνιστής θα ήταν ένα τέτοιο ελικοφόρο και πιο συγκεκριμένα τη σειρά Desert Strike. Συνεχίζοντας στο ίδιο κλίμα, λοιπόν, ας πούμε πως τελικά αποδείχθηκε ότι η νέα μου μονάδα μόνο παράδεισο δεν αποτελεί, με αποτέλεσμα να επιθυμώ πλέον ένα παιχνίδι στο οποίο ο σκοπός του παίκτη είναι να… καταρρίπτει ελικόπτερα! Αυτή τη φορά, λοιπόν, το μυαλό μου πήγε στο τεράστιο ελικόπτερο που αποτελεί τον πρώτο τελικό κακό του παλιού, αγαπημένου Cabal, και στο πρόσωπό μου έλαμψε ένα σαρδόνιο χαμόγελο, αφού έστω και κρυφά στη σκοπιά θα έβγαζα το άχτι μου!
Κλασσική αξία

Για να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, το Cabal είναι ένα παιχνίδι που με την πρώτη… βολή θα λέγαμε πως αποτελεί ένα κλασικό on-rails shooter πρώτου προσώπου. Στατική οθόνη, κινούμενο σκόπευτρο και ποικιλίες εχθρών να καταφθάνουν από κάθε κατεύθυνση, ένα μενού που μας το είχε ήδη προσφέρει αρκετά επιτυχώς έναν χρόνο νωρίτερα το επίσης θρυλικό Operation Wolf και μάλιστα με τον πολύ πιο άμεσο χειρισμό του light gun. Στην πραγματικότητα, όμως, θα μπορούσε κάποιος εξίσου εύστοχα να παρατηρήσει πως το παιχνίδι είναι προοπτικής τρίτου προσώπου, αφού στο μπροστινό μέρος της οθόνης φαίνεται ο χαρακτήρας και μάλιστα έχετε τη δυνατότητα να τον κινείτε (έστω και σε… μία μόλις διάσταση!) ώστε να αποφύγετε τη βροχή από τα εχθρικά πυρά. Ισως αν στα video games ακολουθούσαμε την απλή λογική των Μαθηματικών και του αριθμητικού Μέσου Ορου, θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε ως… 2nd Person Shooter(!), όμως στην πράξη, απλώς δημιούργησε ένα νέο είδος με δεκάδες παιχνίδια να αντιγράφουν τη συνταγή του, άλλα με επιτυχία κι άλλα όχι, καθώς κι έναν επίσημο διάδοχο, το Blood Bros. (1990), με πρωταγωνιστές το πιο απίθανο δίδυμο, έναν καουμπόη κι έναν ινδιάνο.
Ωστόσο, το Cabal έχει κάποια στοιχεία που θα μας μείνουν για πάντα χαραγμένα στη μνήμη, όσα χρόνια κι όσοι κλώνοι κι αν περάσουν. Πρώτα από όλα, το αλά Ράμπο στυλ του πρωταγωνιστή (κατά σύμπτωση μάλιστα, το 1989 κυκλοφόρησε παρόμοιο arcade βασισμένο στην ταινία “Rambo III”!), ο οποίος με ένα πολυβόλο (άντε και μερικές χειροβομβίδες) κατόρθωνε να διαλύει ισχυρότερες στρατιωτικές δυνάμεις απ' όσες έλαβαν μέρος στους δύο παγκοσμίους πολέμους… μαζί! Παράλληλα, το ότι τις περισσότερες φορές βγάζαμε την μπουλντόζα που κρύβαμε μέσα μας και αναλωνόμασταν κυρίως στις… κατεδαφίσεις κτηρίων! Για να μην πω ότι για τα bosses θεωρούσαμε σχεδόν δεδομένο ότι θα βάζουμε credits και για δεύτερο παίκτη (έστω κι αν δεν υπήρχε κανείς δίπλα μας!), έτσι ώστε να μην ξαναρχίσουμε από την αρχή αν χάναμε. Ολα αυτά, όμως, ωχριούν μπροστά στην πιο ανυπέρβλητη στιγμή του παιχνιδιού, τον απαράμιλλου κάλλους χοροπηδηχτό πανηγυρισμό, στον οποίο επιδιδόταν ο ήρωας μετά από την ολοκλήρωση κάθε πίστας!
Η απορία μου όμως, που δεν μου έλυσε το Cabal, είναι άλλη: τελικά, το Μ-14 που κρατάω, μπορεί να καταστρέψει τα ελικόπτερα Augusta που είναι αραγμένα στην πίστα απέναντί μου;
